Το καλοκαίρι πέρασε, η φθινοπωρινή ισημερία πέρασε, το φως χάνεται νωρίτερα κι η μέρα μικραίνει. Η καλύτερη εποχή – και το σούρουπο είναι η καλύτερη ώρα για διάβασμα.
            Το καλοκαίρι μεταφράστηκαν κάποια βιβλία της κλασσικής λογοτεχνίας, που αξίζει να τα διαβάσει κανείς. Από αυτά, ξεχώρισα «τα 39 σκαλοπάτια», του John Buchan, από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ.
         Ο συγγραφέας (1895-1940) είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με το είδος θρίλερ-καταδίωξης κι η ποιότητα των βιβλίων του φαίνεται ακόμα πιο έντονη, αν τα συγκρίνει κανείς με τις φιγουρατζίδικες ανοησίες του Dan Brown, που θεωρείται ο καλύτερος σύγχρονος μας εκπρόσωπος του είδους.
            Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε γίνει και ταινία το 1935 από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, πολύ αλλαγμένο βέβαια, για να γίνει πιο προσιτό στη «λαϊκή κατανάλωση.» Έχει όλα τα καλά στοιχεία ενός θρίλερ. Διεθνείς συνωμοσίες (που περιλαμβάνουν και τον φανταστικό πρωθυπουργό της Ελλάδος Κωνσταντίνο Καρολίδη, για τον οποίο πηγή έμπνευσης ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος) φιλοπατρία πλάι-πλάι με την προδοσία, εντιμότητα πλάι-πλάι με την υποκρισία και την έλλειψη συνείδησης, χαρακτήρες που θα μπορούσε να είναι διπλανοί μας συνηθισμένοι άνθρωποι.
            Εκεί που πάσχει το βιβλίο όμως, είναι εκεί που πάσχουν – δυστυχώς – οι περισσότερες εκδόσεις: στη μετάφραση!
Όποιος έχει διαβάσει το πρωτότυπο κι έχει εκτιμήσει τη λογοτεχνική αξία του θα καταλάβει τη διαφορά!
Άδειοι δρόμοι που, επιτέλους, μοιάζουν καθαροί. Μπορεί να μυρίζουν άσφαλτο που λιώνει κάτω απ’ τον άσπρο, καυτό ήλιο, αλλά μόνο αυτό. Όχι εξατμίσεις αυτοκινήτων, όχι σκυλάκια με αδιάφορα αφεντικά, που περνούν κι αφήνουν τα …….. μυρωδάτα ίχνη τους στα πεζοδρόμια.
Κάθε Αύγουστο, αυτή η πόλη γυρίζει στην κατάσταση που θα έπρεπε να είναι όλο το χρόνο, στην κατάσταση που ήταν προτού αποικιστεί από το μισό – και παραπάνω – του πληθυσμού όλης της Ελλάδος. Κι όπως καθαρίζει η ατμόσφαιρα, ξαναγυρίζει το φως, αυτό το φως – ιδίως το εσπερινό – που την κάνει μοναδική ανάμεσα σ’ όλες τις πόλεις του κόσμου.
Βρέθηκα τυχαία, αυτές τις μέρες, σ’ ένα σημείο ψηλά στον περιφερειακό του Γαλατσίου, που πηγαίναμε για οικογενειακό πικ-νικ στα παιδικά μου χρόνια. Η μυρωδιά του αέρα ήταν ίδια, μυρωδιά από ζέστη, πεύκο και χώμα. Το φως του δειλινού ήταν όπως το θυμόμουν. Η θάλασσα πέρα, κατά τη δύση, πορτοκαλιά κι αχνογάλανη όπως πάντα.
Η θέα, όμως, τελείως διαφορετική. Τα πλατάνια κι η πηγή που θυμόμουν, εξαφανισμένα. Τα σπίτια με τους κήπους έγιναν ακαλαίσθητοι τσιμεντένιοι όγκοι, που σκαρφαλώνουν μέχρι πάνω στα γύρω βουνά, που γυμνώθηκαν απ’ τα δέντρα τους και «ντύθηκαν» στο τσιμέντο.
Όμως, σε πείσμα μας, ο ήλιος που έγερνε τα τύλιγε με τη πορτοκαλιά και γαλάζια μαγεία του. Κι ο ουρανός τα σκέπαζε με το ίδιο φωτεινό γαλάζιο χαμόγελο που θυμόμουν απ’ τα παιδικά μου χρόνια.
Σε πείσμα όλων μας, σε πείσμα της πλεονεξίας, της αδιαφορίας, της αναίδειας και της κατακτητικής βαρβαρότητας μας, αυτή η πολύπαθη πόλη μένει όμορφη – εκπληκτικά όμορφη. Αρκεί να ξέρει κανείς πώς να την κοιτάξει!


Είχα την ατυχία να ταξιδεύω με πλοίο εκείνο το σαββατοκύριακο που ο υδράργυρος είχε αγγίξει τους 44ο C. Για να προλάβω τυχόν διαμαρτυρίες, ξέρω πως θα έπρεπε να γράψω «ευτυχία», όχι ατυχία, γιατί την ατυχία την είχαν όλοι οι άνθρωποι που έμειναν στην Αθήνα να παλεύουν τον καύσωνα, όχι οι τυχεροί που κατάφεραν να φύγουν. Όμως, όποιος έζησε τις συνθήκες ταξιδιού σε πλοίο με το έξαλλο πλήθος που ξεχύθηκε προς πάσα κατεύθυνση (η ειρωνεία είναι πως είχα κατεβάσει σε iBook -και ανυπομονούσα να βυθιστώ ξανά για πολλοστή φορά στο συναρπαστικό κόσμο του- το “Far from the madding crowd” του Thomas Hardy! Δεν διάλεγα κανένα άλλο;)  θα συμφωνήσει μαζί μου πως είναι μεγάλη ανάγκη να μπει στα σχολεία ένα μάθημα κοινωνικής συμπεριφοράς, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη. Είναι απαραίτητο για το λαό μας, κι αν κρίνω από την αγανάκτηση του Σουρή, ήταν το ίδιο απαραίτητο κι έναν αιώνα πριν! Κι όμως τότε, οι οικογένειες φρόντιζαν να δίνουν την απαραίτητη κοινωνική ανατροφή στα παιδιά και τα μάθαιναν πώς να συμπεριφέρονται στους δημόσιους χώρους, ώστε να τους γίνει συνείδηση ο σεβασμός για τους άλλους ανθρώπους.
Ήθελα πολύ να ήξερα τι σχόλια θα έκανε ο ποιητής, αν έβλεπε το ασφυκτικά γεμάτο σαλόνι του πλοίου και τους επιβάτες –κυρίως νεαρές κοπέλες- που ξάπλωναν ατάραχοι στους καναπέδες πιάνοντας τρεις-τέσσερις θέσεις, ενώ άλλοι δεν είχαν πού να σταθούν. Κι αυτό ήταν το λιγότερο. Όπως λιγότερο ήταν τα προσωπικά τηλεφωνήματα που τα ακούγαμε θέλαμε δε θέλαμε όλοι –περάσαμε ένα τέταρτο καρδιοχτυπώντας: αυτός ο Γιάννης θα τη ζητήσει επιτέλους αυτή την έρημη τη Λένα να βγουν ραντεβού, ή θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται «σαν άκαρδο γαϊδούρι»; Και γιατί παρακαλώ, τα γαϊδουράκια είναι άκαρδα; Καλά να τα λέμε αγενή -ποιος θα τα μάθει αυτά τρόπους- αλλά άκαρδα;
Τέλος πάντων, αφήνω το Γιάννη και τη Λένα, αφήνω τον κύριο που πηγαινοερχόταν και με φωνή βαρύτονου της όπερας που καταργεί τα μικρόφωνα αγωνιζόταν να πείσει την κυρία που τον συντρόφευε –και όλο το σαλόνι μαζί της- ότι είναι απαραίτητο σε κάθε πολιτισμένο και αξιοπρεπή άνθρωπο να παρακολουθήσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ειδικά σεμινάρια γευσιγνωσίας, όπως έκανε εκείνος και, από εκεί που ήταν άσχετος,  θαύμα θαυμάτων, έμαθε να ξεχωρίζει τις ποικιλίες των κρασιών και να τα πίνει με το σωστό τρόπο! Αφήνω και τα πιτσιρίκια με τα ουρλιαχτά τους –φαίνεται ότι τα πιτσιρίκια με τα γερά πνευμόνια δε λείπουν από καμιά εφιαλτική κατάσταση- αφήνω και τα νευρικά πήγαιν’-έλα που δεν σταματούσαν στιγμή, ώστε η πόρτα που έβγαζε στο κατάστρωμα να μην κλείνει ουσιαστικά κι όλος ο καυτός αέρας να μπαίνει μέσα αχρηστεύοντας τον κλιματισμό.
Τα αφήνω όλα αυτά τα κοινά και τετριμμένα και έρχομαι σε κάτι που είδα για πρώτη μου φορά. Ξαφνικά, μέσα στο γενικό πανδαιμόνιο, μπαίνουν από την πόρτα του καταστρώματος δυο κοπέλες και ξαπλώνουν κατάχαμα, ακριβώς πάνω στο πέρασμα της πόρτας.
Η υπεύθυνη του σαλονιού μάλλον φοβήθηκε ότι λιποθύμησαν και ήρθε να ρωτήσει αν είναι καλά, εισπράττοντας για το ενδιαφέρον της μια οργισμένη επίθεση από την αρχηγό του «διδύμου», που ξεφώνισε αγανακτισμένη «μη μου πεις ότι απαγορεύεται κιόλα να ξαπλώσουμε» τρέποντας σε άτακτη φυγή την ταλαίπωρη υπάλληλο που έκανε ευσυνείδητα τη δουλειά της!
Κι έτσι κανείς δεν τόλμησε να ενοχλήσει το ξαπλαρωμένο αχτύπητο δίδυμο, παρόλο που αυτές έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να τραβήξουν τη γενική προσοχή και πολλοί κινδύνεψαν να τις πατήσουν μπαίνοντας και βγαίνοντας από την πόρτα. Ίσως κάποιοι να τις θεώρησαν πολύ απελευθερωμένες και να είπαν μπράβο τους. Ίσως κάποιοι να αγανάχτησαν. Εγώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχουν! Προφανώς, όμως, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και τα δικαιώματα των πολιτών που θεωρούν δεδομένο ένα ήσυχο και ανενόχλητο ταξίδι, πήραν το δρόμο για τα σκουπίδια, μαζί με όλα τα άλλα χαμένα δικαιώματα όσων ταλαίπωρων έχουμε την ατυχία να γεννηθούμε σ’ αυτή την «ηρώων χώρα»…
Σαν σήμερα, στις 8 Ιουνίου του 1949, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το βιβλίο ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου που “διάβαζε” το μέλλον. Ενός ανθρώπου που, ωστόσο, πέθανε φτωχός, γιατί δεν έζησε να δει τη μεγάλη επιτυχία του βιβλίου του. Ενός ανθρώπου που ήταν ό,τι θα έπρεπε να είναι όλοι οι συγγραφείς και δυστυχώς δεν είναι. Που έβλεπε πολύ μακριά και πολύ κοντά. Που έκανε τους ανθρώπους σοφώτερους με τη ζωή και το θάνατό του.
          Η ιδέα για το 1984 είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στο μυαλό του George Orwell από το 1943, όταν ο κόσμος γύρω του βυθιζόταν στη δυστυχία του Β’ παγκόσμιου πολέμου, όταν έμπαιναν οι βάσεις για το αδιέξοδο και την τρέλα του μελλοντικού κόσμου ήταν ορατά μόνο στους ελάχιστους, όπως συνήθως γίνεται. Αυτά τα σημάδια είδε κι εκείνος και τα κατέγραψε στις πρώτες σημειώσεις του για το βιβλίο: Είδε “το σύστημα του οργανωμένου ψέμματος πάνω στο οποίο θεμελιώσαμε την κοινωνία μας", τους τρόπους που θα το συντηρήσουμε, π.χ. την παραποίηση των αρχείων, την τροποποίηση της ιστορίας μας κλπ. Είδε και αισθάνθηκε την εφιαλτικότητα της εξαφάνισης της αντικειμενικής αλήθειας, της τυφλής αφοσίωσης σε ηγέτες-ινδάλματα που στην ουσία είναι στυγνοί απατεώνες, που ζουν από το αίμα των λαών. Είδε πολλά, που εμείς δεν τα βλέπουμε -ή, ίσως, δεν θέλουμε να τα δούμε- ακόμα και τώρα που μας τα έχει πει.
          Έγραψε για την καταστροφή, την ερήμωση και την απελπισία των ανθρώπων μετά τον πόλεμο. Και τα έγραψε απομονωμένος στο νησί Jura ένα μικρό νησάκι του Σκωτσέζικου συμπλέγματος των Εβρίδων, ενώ είχε χάσει μόλις τη γυναίκα του, ήταν άρρωστος με φυματίωση στο τελικό στάδιο, σ’ ένα εγκαταλελειμένο αγροτόσπιτο που λεγόταν Barnhill, όπου το ταχυδρομείο ερχόταν μόλις δύο φορές την εβδομάδα, όπου δεν υπήρχε τηλέφωνο κι ο πιο κοντινός γιατρός ήταν 25 μίλια μακριά, με μόνη συντροφιά την αδερφή του και το γιό του.
          8 Ιουνίου του 1949 κυκλοφόρησε αυτό το κύκνειο άσμα του, 21 Ιανουαρίου του 1950 πέθανε ο ίδιος. Αυτός δεν είδε το 1984. Εμείς το είδαμε και το βλέπουμε!

          
Γιατί πτώση τς Κωνσταντινούπολης μς σκιάζει μέχρι σήμερα;

Δέν θά πρεπε νά περάσει οτε νας μήνας Μάϊος, χωρίς στορική ατοκριτική πό τό λαό μας. Γιατί ατός τελευταος μήνας τς νοιξης μς θυμίζει νάγλυφα τίς ντιθέσεις πού χαρακτηρίζουν τήν στορική παρουσία μας στήν παγκόσμια ζωή. πικίνδυνες ντιθέσεις, πού, μιά μς ξεχωρίζουν καί μς νεβάζουν σέ μιά διαίτερη ποιότητα νάμεσα στούς λαούς καί μιά μας ξεχωρίζουν πάλι, λλά γιά νά μς γκρεμίσουν σέ να διαίτερα ποκρουστικό βάθος μικρότητας.
Κι ταν μιλμε γιά χαρακτηριστικά το λαο μας, δέν μιλμε γιά κάτι όριστο, να σύννεφο πού πλανιέται πάνω πό τά κεφάλια μας, χωρίς τή δική μας συμμετοχή. Μιλμε γιά τό χαρακτήρα μας, τόν δικό μας χαρακτήρα, γιά τό φς καί τίς σκιές, πού καθένας μας διακρίνει ν σκύψει στό βάθος το αυτο του. σως, καθημερινή μας ζωή νά μς παρασύρει καί νά μή σπουδαιολογομε τόν ντίκτυπο καί τή σημασία τους, λλά τό φς κι ο σκιές μας πάρχουν καί φαίνονται καί πηρεάζουν τήν κοινή ζωή μας μέ τούς λλους νθρώπους, δίως ν ζομε σέ κρίσιμες καί μεταβατικές ποχές, πως ταν κενος Μάϊος πού τό φς νός νθρώπου φώτισε τήν οκουμένη καί θεμελίωσε μιά φωτεινή ατοκρατορία, λλά καί κενος Μάϊος, πού ο σκιές κατάπιαν τό φς καί φεραν τή νύχτα στό λαό μας καί τή ζωή του.
Εναι δυνηρή διαπίστωση τι τό φς κρατάει λίγο, ν ο σκιές μένουν. Γι’ ατό εναι σοφή παροιμία πού λέει πώς, «ο παλιές μαρτίες, ρίχνουν μεγάλες σκιές». Καί στήν προσωπική καί στήν θνική ζωή, ο παλιές μαρτίες χουν τήν νοχλητική συνήθεια νά μήν πομακρύνονται εκολα. Καί, πειδή καί δικός μας Μάϊος εναι τό διο σημαντικός μέ κείνους τούς περασμένους, εναι καλό νά διακρίνουμε τίς σκιές πού μς κρύβουν τό φς καί, ν γίνεται, νά τίς διώξουμε.
Σάν παράδειγμα, θά θελα νά ναφέρω ναν νθρωπο, χι γιατί ατός ταν χειρότερος το καιρο του, λλά γιατί ντιφατική σκιά τς προσωπικότητάς του, χει ντίκρισμα καί σήμερα. νθρωπος ατός εναι Μέγας Δούκας Λουκς Νοταρς, τό νομα το ποίου συνδέθηκε μέ τήν πτώση τς Κωνσταντινούπολης, πό λλους μέ θετικό καί πό λλους μέ ρνητικό τρόπο καί ξακολουθε μέχρι σήμερα νά προκαλε ντιθέσεις. χι γιατί ατός νθρωπος ταν σπουδαιότερος, παιξε τόν κρισιμότερο ρόλο στά σπουδαα γεγονότα πού σημάδεψαν τόν καιρό του, λλά γιατί ο ξύτητες πού εναι συνδεδεμένες μέ τό νομά του, χουν πιβιώσει μέχρι σήμερα. Γιατί, παρακμή πού μς κανε νά χάσουμε τή θέση μας μέσα στούς λαούς το κόσμου, μς συνοδεύει μέχρι σήμερα. Γιατί χάσαμε τό ραμα, τόν ρίζοντα, τήν ερύτητα τς σκέψης, τό πλάτος τς καρδις κείνου το πρώτου καί Μεγάλου Κωνσταντίνου πού νέβασε μαζί του, στή δική του ποιότητα, στό δικό του ερος, στό δικό του φς, λη τήν οκουμένη. Καί κρατήσαμε τό φόβο, τή μικρότητα, τόν κοντόφθαλμο τομικισμό πού βασίλευε στόν καιρό το τελευταίου Κωνσταντίνου, πού το στέρησε τήν εκαιρία νά κολουθήσει τό δικό του ραμα καί το φησε μία καί μόνη πιλογή: νά δείξει μέ τό τέλος του πώς, κόμη καί στή μικρότητα καί στήν παρακμή μας, στήν τρέλα μας καί στήν ποσύνθεσή μας, εμαστε νας ξεχωριστός λαός!
Λουκς Νοταρς, κπροσώπησε –καί κπροσωπε– τό δίλημμα πού μς βασανίζει: πο νήκουμε; Στή Δύση, στήν νατολή; Δίλημμα πού ξεκίνησε ταν χάσαμε τόν ρίζοντα πού μς δωσε Μέγας Κωνσταντνος: νήκουμε καί στή Δύση καί στήν νατολή. νήκουμε στήν Οκουμένη!
κατάτμηση τν λαν, εναι μιά δύσκολη καί πολύπλοκη στορική ξέλιξη πού δέν μπορε νά ναπτυχθε δ. δική μας προσπάθεια εναι νά «παντρέψουμε» τήν οκουμενική διάσταση –πού εναι χαρακτηριστικό της φυλς μας– διατηρντας κέραιη τήν Πίστη τν πατέρων μας καί τίς πατρογονικές παραδόσεις μας, στε νά μήν προδώσουμε τίς παρακαταθκες πού παραλάβαμε. Λουκς Νοταρς δέν φαίνεται νά στάθηκε ντάξιος ατς τς προσπάθειας, παρά τό γενναο τέλος τς ζως του. μως, γιά νά μή θεωρηθομε τι τόν δικομε, ς πάρουμε τά πράγματα πό τήν ρχή, χι πό τό τέλος.
οκογένειά του, προερχόταν πό τή Μονεμβασία καί εχε δημιουργήσει τήν περιουσία της, πό τό μπόριο παστν ψαριν. πως πολλοί νεόπλουτοι παρχιακοί  μποροι, μετακόμισαν στήν Κωνσταντινούπολη, πιθυμντας νά δώσουν μιά «ριστοκρατική» χροιά στήν περιουσία τους. Ατό, δικαιολογε ν μέρει τό σφοδρό κυνήγι του γιά τιμές καί ξιώματα, πού ταν, μλλον –σέ συνδυασμό μέ τό φθόνο;– κύρια ατία τς ντιπαλότητάς του μέ τόν προσωπικό φίλο το ατοκράτορα Κωνσταντίνου, τόν Γεώργιο Φραντζ.
Πράγματι, παντρεύτηκε τήν θυγατέρα το ατοκράτορα ωάννη το Ζ΄ το Παλαιολόγου, τήν εγενέστερη σέ καταγωγή καί θέση μετά τήν λένη Δραγάσαινα Παλαιολογίνα, τήν γία μητέρα το τελευταίου ατοκράτορα Κωνσταντίνου. Ατό δέν το ρκοσε, λλά πεδίωκε πάντοτε νά χει ατός καί τά παιδιά του τούς μεγαλύτερους τίτλους, ντιδρντας φανερά καί μέ σφοδρότητα, ταν θεωροσε τι Φραντζς τόν ξεπερνοσε.
Γιά νά μήν τόν δικήσουμε, παραθέτουμε τήν περιγραφή το χαρακτήρα του πό τόν στορικό Κριτόβουλο τόν μβριο: « Νοταρς ταν εσεβής, πιστός στό Θεό καί διακρινόταν γιά τή σύνεσή του. Τούς ξεπερνοσε λους στή σοφία, διέθετε παρρησία γνώμης καί λευθερία ψυχς, ταν ρωμαλέος, γέρωχος καί μέ ψυχική γαθότητα σέ λες του τίς πράξεις, γι’ ατό καί διατηρήθηκε στίς θέσεις τς πολιτείας, ποκτντας μεγάλη πολιτική δύναμη, δόξα καί πλοτο.»
Πολύ κολακευτική περιγραφή, ν καί ντιφατική, φο εσέβεια μέ τό γέρωχο το χαρακτήρα δέν συμβιβάζεται, πως δέν συμβιβάζεται ψυχική γαθότητα μέ τή μικρότητα τν ντιδράσεων πού δειξε σέ κρίσιμες περιστάσεις. πίσης σύνεση καί σοφία δέν συμβιβάζεται μέ τό γεγονός τι ο χθροί του, σαν σημαντικά περισσότεροι πό τούς φίλους του.
Ατό πού χει μείνει σάν χαρακτηριστικό το Λουκ Νοταρ, εναι τι πρξε σφόδρα ντίθετος μέ τήν προσπάθεια προσέγγισης τς Δύσης, πού κανε ατοκράτορας Κωνσταντνος, στερα πό προτροπή το φίλου του Γεώργιου Φραντζ. Ατή προσπάθεια φτασε πράγματι πολύ μακριά, φο γιά πρώτη φορά κατέληξε σέ συλλείτουργο παπικν καί ρθοδόξων στήν γία Σοφία. ταν πράγματι μιά λάθος ποστροφή πρός τή Δύση –χι λιγότερο χθρό μας πό τίς ρδές τς νατολς– πού ξακολουθε νά παναλαμβάνεται μέχρι σήμερα, πεντακόσια ξντα τέσσερα χρόνια μετά! στόσο, στορικός Δούκας ναφέρει τι «καί ατός βασιλεύς πεπλασμένως κατένευσεν». Εχε δη πειληθε πό τόν πάπα Νικόλαο τόν Ε΄, ποος, σάν πάντηση στό ατημα βοήθειας το Κωνσταντίνου πάντησε: «ποιος ερίσκεται ξω πό τήν κκλησιαστική νότητα μέ τόν πάπα, τιμωρεται σκληρά» καί, σάν ποτέλεσμα ατς τς πελπισμένης πράξης του, ποδοκιμάστηκε τόσο πό τούς νθενωτικούς δικούς του, σο καί πό τούς δυτικούς –κόμα καί πό τόν καρδινάλιο σίδωρο καί τόν ρχιεπίσκοπο Λεονάρδο πού ρθαν στήν Πόλη- ο ποοι δέν πείσθηκαν γιά τήν ελικρίνεια τς προσέγγισής του. σως καί ατός νά ταν λόγος πού Δύση δέν προσέφερε καμία οσιαστική βοήθεια, κτός πό τούς νθρώπους πού προσωπικά θέλησαν νά συμμετάσχουν στόν γώνα μας καί δωσαν τή ζωή τους γι’ ατό.
Νοταρς, σως επε, σως δέν επε τήν περίφημη φράση πού τοῦ καταλογίζεται, δηλαδή ὅτι προτιμάει νά δε στήν Πόλη «τουρκικόν φακιόλιον παρά τήν παπικήν τιάραν». Ατό μως δέν τόν μπόδισε νά βγάλει μεγάλο μέρος τς περιουσίας του σέ τράπεζες τς Βενετίας καί νά στείλει καί τή θυγατέρα του μαζί μέ τή θεία της κε, τή στιγμή πού ατοκράτοράς του κλιπαροσε γιά δάνειο πού θά το δινε τή δυνατότητα νά πληρώσει στω καί μισθοφόρους στρατιτες. Μήν ξεχνμε τό γεγονός τι Ορβανός πρόσφερε τό κανόνι του πρτα στόν ατοκράτορα, κι ταν κενος δέν μποροσε νά τό χρηματοδοτήσει, τότε στράφηκε στόν Μωάμεθ.
Μπορε, πίσης, νά μήν εναι λήθεια ατό πού ναφέρει Φραντζς τι, δηλαδή, Νοταρς κρατοσε τά χρήματα πού το δινε ατοκράτορας γιά τίς νάγκες το στρατοῦ, γιά νά ξαγοράσει τόν κατακτητή, πως μπορε νά μήν εναι λήθειά τό τι κόμα καί διος Μωάμεθ γανάκτησε μέ τό μέγεθος το πλούτου του καί τόν ρώτησε γιατί δέν τόν διέθεσε στόν βασιλέα του ντί νά το τόν προσφέρει. Δέν μπορε μως κανείς νά ρνηθε τή μαρτυρία το Νικολό Μπάρμπαρο, νός Βενετο ατρο –πού ζησε τήν πολιορκία καί γραψε μερολόγιο τν καθημερινν γεγονότων– ποος γανακτε μέ τά χρήματα πού πρόσφεραν ο ξιωματοχοι στό σουλτάνο καί μέ τούς κρυμμένους θησαυρούς πού βρκαν καί λεηλάτησαν ο Τορκοι. νας, λέει, μάλιστα, πρόσφερε στό σουλτάνο 30.000 δουκάτα, ν ο διοι αὐτοί πλούσιοι ἀξιωματοχοι, νάγκασαν τόν βασιλέα τους νά πάρει πό τίς μονές τά χρυσά καί σημένια σκεύη, γιά νά μήν αξήσει τούς φόρους τους!
νθρωπος σοφός καί εσεβής, δέν παντάει σέ ναν ξένο πολέμαρχο, πού φησε τόν τόπο του καί ρθε νά δώσει τή ζωή του σέ να κοινό γνα, μέ τόν τρόπο πού πάντησε Μέγας Δούκας Λουκς Νοταρς στόν ωάννη ουστινιάνη, ταν το ζήτησε νά μεταφερθον κάποια κανόνια πό τίς φεδρεες τν θαλασσινν τειχν, στό Μεσοτείχιο, κε πού εχαν νά ντιμετωπίσουν τά μεγάλα κανόνια το Μωάμεθ καί πού γινόταν σφοδρότερη μάχη[1]. Καί χρειάστηκε νά πέμβει διος ατοκράτορας γιά νά παναφέρει τήν τάξη!
Τό τι Μέγας Δούκας προετοιμάστηκε γιά τήν «πόμενη μέρα», γιά τή ζωή κάτω πό να νέο φέντη, εναι μλλον βέβαιο. χοντας κλειστε σέ να πύργο, μαζί μέ τόν ρχάν –να συγγενή το Μωάμεθ, πού εχε καταφύγει στήν Πόλη γιά νά γλιτώσει τήν «κκαθάριση»  πού κανε νέος σουλτάνος στούς συγγενες του, γιά νά μή το πειλήσουν τό θρόνο– παραδόθηκε στούς Τούρκους. ρχάν φόρεσε τά ράσα νός μοναχο καί προσπάθησε νά δραπετεύσει καί, σκοτώθηκε πέφτοντας πό τόν πύργο, κατέφυγε σέ κάποιο πλοο που ναγνωρίστηκε καί ποκεφαλίστηκε. Μέγας Δούκας μως στάθηκε μπροστά στό σουλτάνο μέ λο τό βάρος τς θέσης του, δεχόμενος τίς ποσχέσεις νός σημαντικο ρόλου στή νέα κατάσταση –σως καί διοικητή τς Πόλης- καί πολογήθηκε γιά τήν ντίσταση πού προέβαλε ατοκράτοράς του, φήνοντας αχμές τι εχε ποστήριξη πό τό τουρκικό στρατόπεδο, αχμές πού πιβάρυναν τόν Χαλίλ πασ, να νηφάλιο νθρωπο, φίλο το ατοκράτορα, πού πάντοτε προσπαθοσε νά βοηθήσει τούς Ρωμαίους καί πού ποκεφαλίστηκε μέσως μετά πό τόν Μωάμεθ.
Κάποιοι ποστηρίζουν τι τό τέλος το Λουκ Νοταρ δέν ταν καί τόσο εγενικό σο παρουσιάζεται, τι διαταγή το σουλτάνου νά ποκεφαλιστε καί ατός καί γιός καί γαμπρός του, δέν το φηνε πιλογή. Μπορε ατό νά εναι συκοφαντία. Μπορε πράγματι, στό τέλος, ξιοπρέπεια τς γενις καί τς θέσης του νά περίσχυσαν καί νά κέρδισε να τιμημένο θάνατο. Κανείς μως δέν μπορε νά πάρει πίσω τίς πιπτώσεις τν πράξεών του, στω κι ν τό θελήσει.
νδέχεται ο πληροφορίες πού χουμε γιά τίς μέρες κενες νά εναι μπερδεμένες, λόγω το σπαραγμο καί τς θλίψης τν νθρώπων. Δέν εναι εκολο νά διακρίνει κανείς ν να κακό χει δύο πρόσωπα να, ν εσέβεια εναι γιά κάποιους εσέβεια, δεισιδαιμονία, μέσο ατοδικαίωσης καί πηγή λαζονείας. Ατά, μόνον νας μπορε νά τά ξέρει καί νά πε τήν τελευταία καί γκυρη κρίση. μες, τό μόνο πού μπορομε νά κάνουμε εναι νά ξετάσουμε τούς αυτούς μας. Μπορε ο τυχόν μοιότητες νά εναι τυχαες. Μπορε μως καί νά μήν εναι καθόλου τυχαες, λλά νά εναι μιά νακύκλωση τς διας μπάθειας, το διου φθόνου, τς διας νάγκης ατοπροβολς, τς διας μικροπρέπειας πού ταλανίζει τό γένος μας δ καί αἰῶνες. Μήπως εἶναι οἱ διες μαρτίες, πού ρίχνουν τή μακριά σκιά τους μέσα στό χρόνο καί στό χρο τς νθρώπινης παρξης καί παναλαμβάνουν τά δια πράγματα, μέ λλο πρόσωπο.
Νινέττα Βολουδάκη
 ninetta1blogspot.com
---------------------------------------------------------------------------

νδεικτική βιβλιογραφία:
ΜΙΧΑΗΛ ΔΟΥΚΑ: ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΑΛΩΣΙΣ κδ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΘΗΜΑ 2000

ΜΙΧΑΗΛ ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΥ: ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΑΛΩΣΙΣ κδ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΘΗΝΑ1999
ΛΑΟΝΙΚΟΥ ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗ: ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΑΛΩΣΙΣ κδ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ  ΑΘΗΝΑ 1997

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: τό Ρωσικό Χρονικό το Νέστορα σκεντέρη. κδ. ΚΕΔΡΟΣ 1978

Nicolo Barbaro: Diary of the siege of Constantinople
Translated by J.R.JONES
EXPOSITION PRESS New York
From the UNIVERSITY OF CINCINNATI LIBRARY
γενς χορηγηθέντος πό το καθηγητο το Πανεπιστημίου το Cincinnati κ. Κωνσταντίνου Πολυχρονίου)

Roger Crowley: 1453
HYPERION  New York 2005

Roger Crowley: Constantinople the Last Great Siege 1453
Faber and Faber 2005

The Immortal Emperor: the life and legend of Constantine Paleologos, last Emperor of the Romans
Cambridge University Press 1992

Steven Runciman: The Fall of Constantinople 1453
Cambridge University Press 1965






[1] Κατά τή διάρκεια τῆς πολιορκίας, ὁ Μέγας Δούκας εἶχε τήν εὐθύνη ἑνός ἐφεδρικοῦ σώματος, στά θαλάσσια τείχη, στήν συνοικία Πέτρα, ἐνῶ ὁ Νικηφόρος Παλαιολόγος κρατοῦσε ἕνα δεύτερο ἐφεδρικό σῶμα στό Ναό τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων. Ἀποστολή τους ἦταν νά ἀνακαλύπτουν τίς σήραγγες πού ἔσκαβαν οἱ Τοῦρκοι γιά νά περάσουν κάτω ἀπό τά θαλάσσια τείχη καί νά τίς καταστρέφουν. Στήν ἀποστολή αὐτή καί οἱ δύο ἀρχηγοί ἀνταποκρίθηκαν μέ μεγάλη ἐπιτυχία.